• image
  • Μικρό ιστορικό
  • image
  • Εργοβιογραφικό Σινόπουλου
Previous Next
 

ΔΟΚΙΜΙΟ '73 - '74

 



Στὶς ὄχτες τοῦ ποταμιοῦ ποὺ ἐφύσαγε κι' οἱ πέτρες εἴτανε δίχως χαρά, μ' ἕνα κρύο, ἀδέκαστο φῶς.

Κυρίες φιλοθεάμονες τὸν τριγύριζαν, στρογγυλές, ἀβυσσόκολπες, μὲ μυζητῆρες καὶ ἄλ­λα σύνεργα, προσφέροντάς του ὑγρασίες, δῆθεν μυστήρια, ἄλλες ἐρημώσεις, ἐξαιτίας τὸ καλοφτιαγμένο κορμί, τὸ ἀπερίγραπτο πρόσωπο μὲ τὰ πολλὰ καρφιά.

Στὸ βάθος στὰ μάτια του εἶχε ἀκόμα ἕνα μάτι, ποὺ κοίταγε πρὸς τὰ μέσα, ἐκεῖ καρ­φωμένο, ποτὲ νυσταγμένο.

Ἀκούγοντας ἕνα ἀπομεσήμερο κάτι φωνὲς ἀπόξω, τοῦ ἤρθανε μία σειρὰ φρικιαστικὲς ἀναμνήσεις, περίπατοι ἀπὸ τὰ παγερὰ παιδικά του χρόνια, θερισμένα, φαρμάκι ὅπως εἴταν.

Μιὰ μέρα εἶδε τὸ μοῦτρο του ἐντοιχισμένο ἀνάμεσα στὶς πέτρες τοῦ σπιτιοῦ. Ἔχω πεθάνει, θὰ πεθάνω, συλλογίστηκε.

Μὰ τί θὰ πεῖ κεκυρωμένος;

 

Ἔτσι κατέβηκε ἀπ' τὸν πόλεμο, μὲ φαγωμένα τ' ἄρβυλα καὶ τὸ χακί του ἀμπέχωνο.

Μονάχα ἐκείνη ἡ σκοτεινὴ κατηφοριά, πιὸ χαμηλὰ τὰ δέντρα ἀνοίγοντας, ἕνα κομμάτι ποταμιού - ποτάμι παγωμένο φῶς.

Βρῆκε τὸ σκύλο του - δὲ γαύγισε.

Καὶ κάτι σκοτωμένοι δίχως ὄνομα τὸ πρῶτο ἀπόγευμα. Ὕστερα πολλὰ μπερδεμένα ἀ­πογεύματα, στὸ κάτω τῆς γραφῆς ὅλα χωνεύονται στὰ χαρτιά, συλλογίστηκε.

Μέρες ξερὲς σὰ ντουφεκιές, ἕνα φεγγάρι ἀκίνητο πάνω σὲ σπίτια καὶ συρματοπλέγματα.

Ἀμίλητοι ἄνθρωποι τοῦ γύρεψαν ταυτότητα, ξανὰ ταυτότητα.

Τὸν πῆρε ἡ κόρη τοῦ κακοῦ καὶ πάλεψε.

Κι' ὅπως κοιμότανε τὴ νύχτα, ματωμένα βουνὰ καὶ πέτρες ποὺ πέφτανε ἀπάνω του, γύρω-γύρω μισοί, μισοφώτιστοι οἱ φίλοι του καὶ οἱ ἄλλοι μὲ φάτσες ποὺ μόλις θυμόταν, μὲ περίεργα μάτια συναγμένοι τὸν κοίταζαν.

Ποὺ πάγαινε καμμιὰ φορὰ στὸν ἔρωτα, βρισκόταν ἀντιμέτωπος μὲ κεῖνες τὶς μαινά­δες, ἀνεβαίνανε κοπάδι ἀπ' τὸ γυαλό, τὸν κυνήγαγαν ὥς πάνω στὸ λόφο.

Δρασκέλιζε ξέρες κι' ἀμμότοπους, σακατεμένος δίψαγε, ἔπινε ἀπὸ σκοτεινὲς πηγές.

Συνέχεια βουλίαζε κι' ἀνέβαινε

στὸν ἴδιο λάκκο.

Δὲν κάτεχε ἄλλη δύναμη,

μονάχα τὰ χαρτιὰ τοῦ βασανίζοντας, ἕνα σωρὸ σβησίματα, τὸ βράδυ ἀνάστατος, ὅταν ὁ κόσμος παρασταίνεται μὲ πρόσωπα νεκρῶν.

Μιὰ μέρα εἶδε ἕνα χέρι μὲ σπασμένα δάχτυλα, μιὰ μέρα ὁ φοβερὸς ἀέρας.

Τὰ χρόνια μὲ τὰ χρόνια ἀβάσταχτα. Κι' οἱ αἰῶνες παντοῦ τὸ ἴδιο σκοτάδι.

Μετρώντας πόσος θάνατος τοῦ περίσσευε καὶ πρὶν καὶ μετὰ ἀπὸ κάθε ποίημα.

Ἔφραζε μὲ παλιὲς ἐφημερίδες τὸ κορμί, νὰ μὴν περνᾶνε ἀπ' τὶς χαραματιὲς τὰ νερὰ καὶ τὸ κρύο.

Ὕστερα ἐκείνη ἡ θάλασσα, στὸν Ἁγιαντρέα χαράματα, κι' ὅ,τι στὸν ἴσκιο τῆς καρα­δοκώντας,

ἕνα ἄγριο φῶς στὴν ὄψη του, καθὼς ἀνέβαινε τὸ δρόμο στὸν αἰθέρα,

ἔνοικος τώρα τοῦ παντοτεινοῦ,

κεκυρωμένος.

 

Ἐκεῖνο ποὺ ἐλπίζω νὰ ἐννοήσετε ἀπὸ μένα δὲν εἶναι ἡ ἐξιστόρηση τοῦ γεγονότος. Μὲ νοιάζει πιὸ πολὺ ἡ οὐσία ἡ ἰδιαίτερη ποὺ κρύβεται στὸ γεγονὸς ἀνάμεσα ὅπως τὸ ἁλάτι στὸ νερὸ τῆς θάλασσας ἢ μέσα στὶς οἰκοδομὲς τὸ φῶς. Τὴν ὥρα ἐκείνη φυσικὰ φῶς δὲν ὑπῆρχε. Περπατούσαμε. Κι ἡ μάνα ἦταν σχεδὸν τυφλή. Πάντα παραπονιόταν πὼς δὲν ἔβλεπε τὴ νύχτα. Τῆς χρησίμευαν ἔτσι πολὺ συχνὰ τὰ μάτια μου συχνὰ κρατιόταν πάνω μου γιὰ νἄχει σιγουριὰ στὸ βάδισμα. Ὅμως τὸ βράδυ ἐκεῖνο ποὺ γυρίζα­με κρατιότανε πάρα πολὺ περισσότερο ἴσως ἀπ' τὴν ἄφωνη σύμβαση τῶν σωμάτων μας. Μὲ κούραζε. Τότε τὴν ἔσπρωξα! Ὅμως τὴν ἔσπρωξα; Ἴσως χαλάρωσα κάπως ἀπότομα τὸ χέρι μου ἀπ' τὸ σφίξιμο. Ἴσως τὸ χέρι της ἐγύρεψε νὰ στηριχτεῖ πιὸ στέ­ρεα κάπου ἀλλοῦ. Ἴσως τὴν ἄφησα χωρὶς κανένα στήριγμα. Δὲν ξέρω ἂν ἔφταιξε μο­νάχα αὐτό. Ἴσως ἀπαίτηση τῆς νύχτας ἦταν νὰ ξεφύγω ἀπὸ τὰ χνῶτα της ποὺ ἐρχόντανε πάνω στὰ μοῦτρα μου. Ἤμουν γεμάτη ἀπὸ συμπάθεια γιὰ τὴ μάνα τὸ τονί­ζω αὐτό. Μὰ τὸ κορμὶ της εἶχε τὴν ἰδιαίτερη ὀσμὴ τῶν παλιῶν γυναικῶν μὲ τ' ἀκί­νητα κύτταρα ποὺ βασανίζονται ἀπὸ ἀόριστες παθήσεις. Ἴσως αὐτὰ ποὺ ἀνιστορῶ νἆναι γεννήματα ἑνὸς μυαλοῦ ποὺ βρίσκεται σὲ ταραχὴ καὶ νὰ μὴν ἀληθεύει τίποτα. Μονά­χα νὰ τὴν ἔσπρωξα. Ὅπως ξυπνᾶς ἕνα πρωὶ καὶ σ' ἐνοχλεῖ ἡ γαλήνη γύρω σου κά­νεις μιὰ κίνηση θέλω νὰ εἰπῶ καὶ δὲ φαντάζεσαι πὼς κάποιος πέφτει ἀπὸ τὸ τρίτο πάτωμα. Ὕστερα ἀκούγεται ἡ κραυγή. Τὸ ξέρω δὲν τὴν ἔσπρωξα. Τουλάχιστο δὲν ἔβαλα τὴ δύναμή μου ἀντίμαχη μὲ τὴ δι­κή της δύναμη. Ἴσως τὸ χέρι μου κουράστηκε. Ὅμως δὲν ἄφησα πάρα πολὺ τὸ σῶ­μα της νὰ φύγει ἀπὸ τὸ στήριγμα. Μπορεῖ καὶ νἄτανε δική της θέληση νὰ κρατηθεῖ πιὸ λίγο ἀπ' ὅ,τι ἐγὼ λογάριασα. Μὰ κοίταξε. Ὁ λάκκος πρόσμενε. Κι ἡ πέτρα κά­τω κοφτερή. Δὲν πρόσεξα. Νόμιζα ἐξαφορμῆς ἡ νύχτα πὼς συνεχιζόταν τὸ χορτάρι. Κι ἔτσι συνέβηκε τὸ γεγονός. Τὸ πέσιμο ἦταν σιγανό. Σχεδὸν δὲν ἦταν πέσιμο. Ὅμως τὰ κόκαλα ἀπὸ φύση τους εἶναι ξερά. Κι ἡ πέτρα ἐχτρεύεται τὸ κόκαλο ποὺ μέ­σα στὴ ζεστὴ φωλιὰ τοῦ σώματος ξέχασε τὴν καταγωγή του. Ἴσως ἐκείνη τὴ στιγ­μὴ σκεφτόμουν ἄλλα. Ἴσως ἦταν μία νόμιμη ἄμυνα μπροστὰ σὲ τούτη τὴν ὀσμὴ τό­σο φριχτὴ καμιὰ φορὰ τοῦ ἀνθρώπινου ἵδρωτα. Μὰ τὴ φωνὴ τὴν ἄκουσα. Κι ἀπόρη­σα. Δὲν ἤξερα πόσο εἶναι τὸ κορμί μας ψεύτικο σὰ θὰ γεράσει. Πόνεσα. Κι αὐτὸ εἶναι σίγουρο. Ἡ κραυγὴ τῆς μάνας μ' ἔσφαξε. Καὶ μόνο ὅταν τὴν ἄδραξα γοργὰ νὰ τὴ ση­κώσω τότε τὸ εἶδα πὼς τὸ κόκαλο τσακίστηκε στὰ δυό. Στὸ σπίτι ὁ Κωνσταντῖνος εἶπε μόνο μάνα τρέχοντας. Μὰ σίγουρα κατάλαβε λιγότερα ἀπ' τὴ μάνα του.

 

Αὐτὴ εἶχε πιὰ γευτεῖ τὴ γοητεία ἀπὸ τὸ σκοτεινὸ πέρασμα.

 

Δάκρυα πολλὰ μὲ καίγανε, μονάχος κι' ἔγραφα, τί εἴμουν ἐγώ, μιλώντας ἔτσι μέ,

χρόνια καὶ χρόνια ζωντανεύοντας χαμένα πρόσωπα, κι ἀπ' τὰ παράθυρα ἔμπαινε

δόξα, χρυσὸ σκοτεινιασμένο φῶς, τριγύρω μπάγκοι καὶ τραπέζια καὶ

 

παράθυρα, καθρέφτες ὣς τὸν κάτου κόσμο. Κι' ἤρθανε
ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλο ξεπεζεύοντας,
ὁ Πόρπορας, ὁ Κονταξῆς, ὁ Μάρκος, ὁ Γεράσιμος,
μιὰ σκούρα πάχνη τ' ἄλογα κι' ἡ μέρα ὅπως ἐλόξευε
σὲ μουδιασμένο αἰθέρα, ἤρθανε ὁ Μπίλιας, ὁ Γούρνας,
γύφτοι γραμμένοι στὸ μισόφωτο, κι' ὁ Φάκαλος, βαστούσανε
τὸ μαντολίνο, τὴν κιθάρα, τὸν αὐλό,
στὸν ἦχο ἀλάφραινε ἡ ψυχή, τὸ σπίτι μέσα ἐμύριζε
παντοῦ βροχὴ καὶ ξύλο, κι ἄναψαν,
μονάχα ποὺ ἄναψαν φωτιὰ ζεστὴ νὰ πυρωθοῦν, χαρούμενα
τοὺς φώναξα.

Ἦρθε ὁ Σαρρῆς, ὁ Τσάκωνας,
ἦρθε ὁ Φαρμάκης, ὁ Τορέγας, ὁ

Τὸ μοῦτρο του ξινό, σημαδεμένο ἀπ' τὴ βλογιά, στὴν Ἄκοβα στὸ κάστρο ἐσκάλιζε τὸ χῶμα μὲ τὰ νύχια του, ματώσανε, μοῦ μίλησε γιὰ τὴν ἀκολασία καὶ τὸ μαρτύριο, τό­σο σκοτεινὸς ποὺ τρόμαξα, γλιστρώντας πῆρα τὸν κατήφορο.

Πήραμε τὸν κατήφορο, στάχτη παντοῦ, καμένο χῶμα, σίδερο, πάνω στὶς πόρτες ἕνα μαῦρο Χ καὶ τὄξερες ἐδῶ πέρασε ὁ θάνατος, μέρες καὶ νύχτες μὲ τὰ πολυβόλα ποὺ θερίζαμε

κι' ἄκουγες ὢχ καὶ τίποτ' ἄλλο. Κι' ἤρθανε

πολλοί. Μπροστὰ τους ὁ Τζαννῆς, ὁ Παπαρίζος, ὁ Ἐλεμίνογλου, πιὸ πίσω ὁ Λαζαρίδης, ὁ Φλασκῆς, ὁ Κωνσταντόπουλος - σὲ τί ἐκκλησιὲς τοὺς διάβασαν, τοὺς θάψανε, κανεὶς δὲν ξέρει σὲ τί χώματα.

Τότε τὸν βοήθησα νὰ βγεῖ, πεσμένος στὸ χαντάκι ἀνάσκελα, τὸν κράτησα καὶ μοὔμεινε στὰ χέρια κι' ἡ γυναίκα του τὸν ἄλλο μήνα, μύριζε χορτάρι, χαμηλὰ στὸν κῆπο, ἀπομεσήμερο, τῆς μίλησα ποὺ πέθανε, γιομάτο σκοτεινὸ κορμί, πάνω στὸ στῆθος μου κλαψούριζε, νύχτα καιρὸ τὰ δάση λάμπανε κι' οἱ ρίζες λάμπανε, ἡ φωνὴ δὲν ἔσβησε χρόνια καὶ χρόνια καί.

Φεγγάρι-φεγγαρόφωτο, μέρες κλειστές, πέτρα πυργώθηκε ὁ χειμώνας, δίχως ἥλιο, δύ­σκολος, τὸν ἄκουσα

τὸ χτύπο καὶ τὸν ἄλλο χτύπο, ἐχάραζε, καὶ σπάσανε τὶς πόρτες καὶ μᾶς σύρανε, δί­χως ἀνάσα, ἐδῶ θὰ περιμένετε, καὶ χάραζε ἕνα τόσο φῶς.

Ἤρθανε γέροι καὶ παιδιά.

Μὲς στὰ φτενά τους ροῦχα πὼς ἀντέξανε,
πῶς μεγαλώσανε σὲ τόση φρίκη τὰ παιδιά.
Οἱ γέροι τρίζοντας, ψηλότεροι ἀπ' τὸ σῶμα τους.
Καὶ τὰ παιδιά,
βαστόντας τὸ τσεκούρι, τὸ μαχαίρι, τὸ μπαλντά, στὰ μά-
τια τους
ἡ καταφρόνια κι' ἡ φοβέρα, μήτε μίλησαν.

Χαντάκια, σκουπιδότοποι, μαῦρες μανάδες ὀλολύζοντας, ποιὸν σκότωσες ἐσύ, ποιὸν σκό­τωσες ἐσύ, πόσους σκοτώσαμε;

Τόσο αἷμα καὶ τὰ χέρια τοῦ Λουκᾶ, κι' ἄλλα κομμένα σύρριζα, τὰ βρίσκαμε στὴ ρεμα­τιὰ μετὰ ἀπὸ μῆνες φεύγοντας,

σήμερα ἐδῶ, τὴ νύχτα ἀλλοῦ,

φονιάδες, καταδότες, κλέφτες καὶ μοιχοί, φαντάροι, χωροφύλακες, νοικοκυραῖοι καὶ μαγαζάτορες

κι' ἄλλοι πολλοὶ καβάλα στὸν καιρὸ κι' ἀνάμεσα

κορίτσια τοῦ χαμοῦ, ξεπόρτισαν, ὁ πυρετὸς ἡ πεῖνα, ἐστάθηκαν στὸν τοῖχο, ἐφύσαγε κακὸς ἀέρας. Κι' ἤρθανε ἡ Λίτσα κι' ἡ Φανὴ γλυκομηλιές, ἤρθανε ἡ Ντόνα κι' ἡ Νανά, ψιλὲς σὰν ἄχερο, ἡ Ἑλένη ἀκόμα χλόη τὸ χνούδι της,

δάφνες, ἀγράμπελες, μυρτιὲς
μικροὶ χαμένοι ποταμοί.

Κι' ἕνα πρωί,

τὸ δέντρο τὸ πρωὶ ποὺ ξύπνησα εἴταν ὅλο πράσινο, τόσο πολὺ τ' ἀγάπησα ποὺ ἀνέβη­κε στὸν οὐρανό.

Κι' ἐκεῖ ἤρθανε πουλιά, τῆς εὐφροσύνης, τοῦ ἥλιου, γιόμισαν τὸν τόπο μὲ φτερὰ καὶ χρώματα, περλεκαμοὶ κι ἄλλα παράξενα, σειράδες, τσιλαμήθρες, σκόρτσοι καὶ νυφοῦλες καί,

δῶρα τοῦ Θεοῦ, χαρούμενα πουλιά, σπαθίζοντας συνέχεια τὸ γλαυκό. Κι' ἀνάμεσα τους ἦρθαν

ὁ Γιάννης ὁ Μακρής, ὁ Πέτρος ὁ Καλλίνικος, ὁ Γιάννης ὁ κουτσαίνοντας.

Καθίσαμε στὸ ἀνάχωμα, ἔβγαλε τὸ σουγιὰ τοῦ ὁ Ρούσκας, ἔκοβε τὸ χόρτο, μόλις φύ­τρωνε.

Κι' ὁ κάμπος καταχνιά. Κι' ἐρχόταν ἄνοιξη, τὴν ἄκουγες. Μιὰ πόρτα καὶ τὸ ξύλο της ἐμύριζε οὐρανός.

Ἦρθαν οἱ μέρες τοῦ σαράντα τέσσερα
κι' οἱ μέρες τοῦ σαράντα ὀχτώ.
Κι' ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο ὣς τὴν Λάρισα
βαθύτερα ὥς τὴν Καστοριά,
πάνω στὸ χάρτη μαῦρο μόλεμα,
ἡ Ἑλλάδα σύντομη ἀνασαίνοντας -
Πάσχα στὴν ἔρημη Κοζάνη μετρηθήκαμε,
πόσοι ἔμειναν ψηλά, πόσοι κατέβηκαν
πέτρα, κλαδί, κατήφορος,
τὸ σκοτεινὸ ποτάμι.

Βαστόντας τὸ ντουφέκι τοῦ σπασμένο ἦρθε ὁ Προσόρας,
ὁ Μπακρυσιώρης, ὁ Ἀλαφοῦζος, ὁ Ζερβός,
στὴ σύναξη ζυγώσανε. Κοιτάχτε, ἐφώναξα, κοιτάξαμε.
Τὸ φῶς πλημμύρα, ὁ καρποφόρος ἥλιος
μνήμη τῶν ἀφανῶν. Τὰ χρόνια πέρασαν, ἀσπρίσαμε, τοὺς
ἔλεγα.
Ἦρθε ὁ Τζεπέτης, ὁ Ζαφόγλου, ὁ Μαρκουτσᾶς,
στρωθήκανε στὸ μπάγκο καὶ
στὴν ἄκρη ὁ Κωνσταντῖνος ἔτσι νοσηλεύοντας τὸ πόδι του.

Σιγὰ - σιγὰ οἱ φωνὲς γαλήνεψαν.

Σιγὰ - σιγά, ὅπως ἤρθανε, χαθήκανε.
Πήρανε τὸ λαγκάδι, ἀέρας, χάθηκαν.

Στερνὴ φορὰ τοὺς κοίταξα, τοὺς φώναξα.

Στὸ χῶμα ἐχώνευε ἡ φωτιὰ κι' ἀπ' τὰ παράθυρα ἔμπαινε -

Πῶς μ' ἕνα ἀστέρι ἡ νύχτα γίνεται πλωτή.

Πῶς μὲς στὴν ἔρημη ἐκκλησιά, μ' ἄνθη πολλὰ
στολίζεται ὁ ἀνώνυμος, μυρώνεται ὁ νεκρός.

 

Ὁλονυχτὶς τὸ πλευρό μου ἔμπαζε ἀέρα.Ὅπως ἤμουν σκεπασμένος κρύωνα. Σηκώ-
θηκα λοιπὸν κι ἔφραξα τὴν τρύπα μ' ἕνα παλιὸ πουκάμισο γιὰ νὰ ἡσυχάσω.
Ξανακοι-

μήθηκα κι εἶδα ὄνειρα. Εἶχαν πεθάνει οἱ ἄνθρωποι καὶ ζοῦσαν μόνο τὰ πουλιά. Σκόρ-
τσοι νυχτοπιπίνια ὀλέμινθοι μηλένιες καὶ σπαρτάφιλοι. Ἤμουν κι ἐγὼ νεκρὸς ἀλλὰ
κρα­τοῦσα τὶς αἰσθήσεις μου. Τὰ ροῦχα μου τώρα μὲ στένευαν καὶ τὰ φτερά μου ὅπως
ἐφύσαγε φεύγανε μακριὰ ἀπὸ μένα σὰν τὰ παιδιὰ ποὺ παίξανε καὶ πάλεψαν στὰ
χώμα­τα κι ὕστερα χάθηκαν σιγὰ σιγὰ γυμνὰ κι ἀμίλητα μέσα στὸν ἥλιο.

 
Design by infolib
Design by : infolib.